Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Η ζωγραφιά της...

Είναι φορές που οι αγωνίες έρχονται μαζεμένες και θυμίζουν φορτωμένα σύννεφα...
Για μέρες περπατούσα τα πρωινά ψάχνοντας το μαγικό χαρτί:
 ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ  2ΔΩΜ.-Σ/ΚΟΥΖ-WC-ΑΠΟΘΗΚΗ...Η απογοήτευση είχε βολευτεί για τα καλά στο στομάχι μου ,γνέθοντας ένα μεγάλο κουβάρι. Η αγωνία μου πήρε άλλη μορφή κι άλλες διαστάσεις όταν ο πατέρας μου νοσηλεύτηκε. Τότε όλα έγιναν πιο μικρά ...κι ασήμαντα.

Η καθημερινότητα αποδιοργανώθηκε γεμίζοντας εικόνες από σωληνάκια, βελόνες και έντονη μυρωδιά νοσοκομείου. Κάπου εκεί ήρθε μουσαφίρισσα η ανησυχία και θρονιάστηκε, κάνοντας τη σκέψη να γυρίζει, εκεί, ξανά και ξανά στους λευκούς θαλάμους. Την ακολούθησε η θλίψη που σε στροβιλίζει σε μια σκοτεινή δίνη με απίστευτο βάθος...σε ρουφάει, σε κυριεύει, και δε σ΄αφήνει μέχρι να παραιτηθείς. Πώς να ξεφύγεις? ΄Εχει πελώρια δύναμη...
Κλείδωσα. Λούφαξα.

- Μαμά, πότε θα τελειώσεις το μανιταρόσπιτο? Είναι λυπημένο που δεν το ράβεις...
(΄Ενα μανιταρόσπιτο έστεκε μισοραμένο για μέρες στον πάγκο μου...)
- Δεν έχω κέφι, παιδί μου...

Λειτουργούσα ίσα ν΄ανταπεξέλθω στις καθημερινές υποχρεώσεις...΄Επειτα βάλθηκα να  "ξεκαθαρίζω" ντουλάπες και συρτάρια...χάρισα, πέταξα, ανακύκλωσα με σκοπό να απασχολώ τα χέρια που αρνούνταν να πιάσουν βελόνες και ψαλίδια. Με σκοπό να ναρκώνω το μυαλό που στριφογυρνούσε σε σκοτεινές σκέψεις...Κι οι μέρες κυλούσαν γεμάτες αγωνία περιμένοντας τα μελλούμενα από εξετάσεις, μικροσκόπια και θερμόμετρα. Κι οι νύχτες ήταν βουτηγμένες σ΄ όνειρα κάνοντας τα βλέφαρα ν΄ανοίγουν πολύ πριν κουδουνίσει το ξυπνητήρι...

- ΄Ελα μαμά, πάμε μια βόλτα κοίτα πόσο ωραίο καιρό έχει...(Απομεσήμερο της περασμένης Κυριακής, είχε γαντζώσει τα χέρια της στα δικά μου και με κοιτούσε ικετευτικά...)
Βγήκαμε, δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι. Τόσες μέρες προσπαθούσα να της κρύψω τη θλίψη μου. Μιλούσα χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο και φορούσα χαμόγελα και αδιάφορο ύφος στις ερωτήσεις της. Δεν ήθελα να τη φορτώσω με λεπτομέρειες για την κατάσταση του παππού της...Μα πως να κρυφτείς από τα παιδιά...Οι κεραίες τους πιάνουν τα συναισθήματα στον αέρα. Αποκωδικοποιούν εκφράσεις και βλέμματα. Αναγνωρίζουν και μεταφράζουν τον ήχο της φωνής και τις κινήσεις του σώματος. ΄Εχουν κορυφαίο ένστικτο...είναι μικροί θεοί ανάμεσά μας...΄Ετσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα!

Η βόλτα μας ήταν μεγάλη, περπατήσαμε πολύ κι άνοιξαν τα παράθυρα για να΄ρθει η άνοιξη μέσα μας.
Χάρηκα μαζί της, παρασύρθηκα στη λιακάδα του Απρίλη...Περπατούσαμε και χαζεύαμε το πράσινο χαλί της γης, τ΄αγριολούλουδα, τις πεταλούδες και τις παπαρούνες... Ενθουσιάστηκε όταν μας βρήκε το δειλινό και σταθήκαμε ακίνητες να ακούσουμε τ΄αηδόνια που΄χαν ξεκινήσει το τραγούδι τους...
Λίγο πριν επιστρέψουμε στο σπίτι, είδαμε έναν γκιώνη κι ανακαλύψαμε την φωλιά του που΄ταν στην κουφάλα μιας γέρικης καρυδιάς! ΄Ηταν μια υπέροχη βόλτα, φωτεινή, χρωματιστή, μυρωδάτη...

Λίγο αργότερα της έφτιαξα κρέπες , που τόσο της αρέσουν ενώ εκείνη ήταν στο δωμάτιο της και ζωγράφιζε...
- Στη χαρίζω τη ζωγραφιά μου, είναι " Ο δρόμος για το κάστρο της ευτυχίας" μου είπε...


Πήρα τη ζωγραφιά της στα χέρια μου που΄χε ξεκάθαρα τα ίχνη της βόλτας μας. Στην αρχή του δρόμου στέκαμε μαζί, εγώ κι εκείνη χαμογελαστές, ενώ γύρω μας είχε δέντρα, φωλιές πουλιών και λουλούδια. ΄Επειτα ο δρόμος συνέχιζε γυμνός με στροφές χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις. ΄Αγνωστος δρόμος, αδιάβατος, που οδηγούσε στο "κάστρο της ευτυχίας" με την ταμπέλα "Σας περιμένω" !!

Πόση σοφία μπορεί να κρύβουν τα παιδιά γνωρίζοντας πως ο δρόμος της ζωής , που΄χει προορισμό την ευτυχία , έχει στροφές?
Πόση χαρά μπορεί να νιώθουν στην αφετηρία του, βιώνοντας μόνο το παρόν?
Πόση καρτερικότητα μπορεί να δείξουν,  μπροστά στο άγνωστο?
Βούρκωσα, η ζωγραφιά της μ΄έβαλε σε σκέψεις. ΄Οταν αποκοιμήθηκε, έμεινα να την αποκρυπτογραφώ και να την κοιτάζω...

Την επομένη, αφού την άφησα στο σχολείο βρήκα τη δύναμη να πιάσω τη βελόνα μου. Αποτέλειωσα το μανιταρόσπιτο και το χάρισα στο Ευάκι μου, τη γειτόνισσα μου, αυτή τη μελωμένη ύπαρξη με τη μελωδική φωνή, που θα μου λείψει πολύ...

Δυο μέρες μετά έστειλα μερικά χειροποίητα μπρελόκ για το φιλοζωικό bazaar της SAPT.HELLAS στην Κυψέλη...


Αυτές τις μέρες,  φτιάχνω πασχαλινές λαμπάδες και μαξιλάρια για νονούς, νονές και όχι μόνο...






Το΄ξερα από καιρό, αλλά για άλλη μια φορά διαπίστωσα πως αυτή μικρή καταφερτζού είναι η κινητήρια δύναμή μου. Μ΄έχει "σώσει"  κι άλλες φορές , χωρίς να το γνωρίζει...
Το΄ξερα πως οι κατασκευές είναι η διαφυγή μου ...
Το΄ξερα πως αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να νικώ την θλίψη...





Τα σχόλια σας στην προηγούμενη ανάρτηση με συγκίνησαν ιδιαίτερα. 
Σας ευχαριστώ από καρδιάς για όλες τις ευχές σας...
Σας ευχαριστώ και σας στέλνω μια πελώρια αγκαλιά κι ένα φιλί.    

                                                                                                                                       Αννιώ 

Υγ. Εξακολουθώ να ελπίζω και να προσμένω  καλά νέα...γενικώς!







  

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

"Μια χούφτα κλειδιά.."

Οι γονείς μου δεν είχαν ποτέ χρήματα για να αποκτήσουν δικό τους σπίτι. Η φτώχεια, η ορφάνια και το μεροκάματο δεν το επέτρεψαν. Στ΄ αυτιά μου έχω τον αναστεναγμό της μαμάς μου κάθε φορά που ήταν να μετακομίσουμε.. "ααχ! δε μας λυπήθηκε ο Θεός..." ένα αχ βουτηγμένο στην πίκρα ναυαγισμένων ονείρων.

Από το πρώτο σπίτι δε θυμάμαι πολλά, μόνο πως κοιμόμουν σ΄ ένα μπαουλοντίβανο με την αδερφή μου και πως όταν αρρώσταινα μ΄επισκέπτονταν η πρόγιαγιά μου. Φορούσε ένα μαύρο μαντήλι στα λευκά της μαλλιά , μου΄ φερνε κάτι διάφανα καλαμάκια  με χρωματιστή τρούφα και με "ξεμάτιαζε".
Βύθιζε σ΄ ένα ποτήρι νερό, ένα μικρό σχοινάκι που χε πάνω του ένα κοχύλι ένα σταυρουδάκι και γαλάζιες χάντρες. Με τις ψιθυριστές προσευχές της και τις μπουρμπουλήθρες που δημιουργούνταν, έφευγε το "μάτι", η αρρώστια όλα τα κακά... Ναι, αυτό θυμάμαι έντονα από κείνο το σπίτι, τη γιαγιά  που΄χε ένα ζευγάρι υγρά μάτια στο χρώμα της στάχτης...

Στο επόμενο σπίτι, θα΄μουν πέντε χρονών, οι μνήμες είναι περισσότερες. Αποκτήσαμε παιδικό δωμάτιο, με ξεχωριστά ντιβάνια και μια κούνια, μιας που΄χε προστεθεί κι άλλο μέλος στην οικογένεια, η μικρότερη αδερφή μου. Στη μικρή αυλή του είχαμε κοτέτσι και πολλές γάτες που βολτάριζαν. Εκεί καλούσα την Εύση ,την πρώτη μου φίλη για παιχνίδι...βγαίναμε στη γειτονιά, χτίζαμε "σπιτάκια", παίζαμε τον  "μπακάλη", και μοιραζόμασταν σακουλάκια με γαριδάκια "Μπόζο".
Μετακομίσαμε σε μακρινή περιοχή κι έτσι έχασα την Εύση...

Το νέο σπίτι βρίσκονταν σε μια άκρη της πόλης, δίπλα σ΄ ένα δασάκι και το θυμάμαι μονίμως παγωμένο. Οι άγριοι χειμώνες μας έκαναν να τουρτουρίζουμε απ΄το κρύο, και η ζέστη απ΄τις σόμπες δεν ήταν αρκετή. Θυμάμαι έντονα τον γαλατά που άφηνε το γάλα στην αυλόπορτα, και πως βρωμοκοπούσαμε πετρέλαιο, που΄ βαζε η μαμά μου στα κεφάλια μας για να μην κολλήσουμε ψείρες..
Σ΄εκείνη τη γειτονιά γνώρισα ένα μεγάλο τσούρμο από αγόρια και κορίτσια, που περνούσαμε ατέλειωτες ώρες παίζοντας στο δάσος. Ματώναμε τα γόνατα απ΄το κυνηγητό, κάναμε συλλογή από φτερά πουλιών, παίζαμε κουτσό, σκαρφαλώναμε στα δέντρα και μασούσαμε τσίχλες "Μπουμ", στήνοντας διαγωνισμούς για την μεγαλύτερη φούσκα... Εκείνο το χαρούμενο τσούρμο, χάθηκε από τη ζωή μου όταν  έπρεπε να μετακομίσουμε...και στενοχωρήθηκα πολύ.

Εγκατασταθήκαμε σε νέο σπίτι, με καλοριφέρ(!) και μεγάλη αυλή.
Η γειτονιά ήταν κοριτσοκρατούμενη και η προσαρμογή ήταν "ζόρικη" μέχρι να "κολλήσω" στην παρέα. Θυμάμαι εκείνη την εποχή διάβαζα το βιβλίο  "Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά" κι ήταν πολλές οι φορές που΄χα ταυτιστεί με τη μοναξιά εκείνου του γεράκου... Μήνες μετά, κατάφερα να γίνω "κολλητή" με δύο συνομίληκες, αφού πρώτα απέκτησα κι έμαθα να κάνω  ποδήλατο, πήρα πτυχίο στα κορακίστικα και ξεκίνησα συλλογή με χαρτοπετσέτες... Αυτά ήταν και τα εισιτήρια για να μπω στο "Club"! ΄Επειτα, όλα ήταν πιο διασκεδαστικά, αφού είχα καταφέρει να ανήκω κάπου...
Θυμάμαι ανταλάσσαμε  τεύχη "Μανίνας", καταστρώναμε επιδρομές στις κερασιές των γειτόνων κι εκδόσαμε περιοδικό με σπαζοκεφαλιές, που πουλούσαμε στα μικρότερα παιδιά...
Κουβαλούσαμε του κόσμου τ΄αδέσποτα γατιά στην αυλή, μάθαμε τάβλι, παίζαμε ώρες κρυφτό και δεν μαζευόμασταν αν δεν μας φώναζαν οι μανάδες μας αργά το βράδυ... 
Δεν θα ξεχάσω, εκείνα τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια που ξαπλώναμε στην καρότσα ενός αγροτικού και βυθίζαμε τα μάτια στον ουρανό παραμονεύοντας για πεφταστέρια...
΄Ενα απ΄αυτά τα βράδια, τρυπήσαμε τα δάχτυλα με καρφίτσα κι όταν φάνηκε το αίμα τα ενώσαμε σ΄ έναν όρκο αιώνιας φιλίας...
Εκείνος ο όρκος , που΄ χαμε σφραγίσει με το αίμα μας δεν τηρήθηκε.
Είναι που η ζωή είχε άλλα σχέδια για μας ή που εκείνη τη στιγμή δεν έπεφτε αστέρι για να πιάσει η ευχή μας...

Από τότε έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια, έχω αλλάξει πολλά σπίτια και γειτονιές.΄Εχω κρατήσει στη χούφτα μου, πολλά διαφορετικά κλειδιά...

Τα τελευταία τρία χρόνια, ζω σ ένα σπίτι που κυριολεκτικά το μεταμόρφωσα και το έκανα σπιτικό..
Είναι μικρό , μα ζεστό και φωτεινό κι όταν το επισκεφτείς - κι ας μη με ξέρεις- θα δεις τη ψυχή μου, γύρω του... ΄Εχω γείτονες που μ΄αγγάλιασαν κι αγάπησα απ΄τις πρώτες μέρες. ΄Εχω ζεστές καλημέρες, πλατιά χαμόγελα, ειλικρινό ενδιαφέρον, διακριτικότητα και φιλικές αγκαλιές...
Το αγαπώ αυτό το σπίτι, αγαπώ και τη γειτονιά μου...μα πρέπει να φύγω...


Δεν είναι που θα περάσω γι΄άλλη μια φορά το στάδιο (είναι μεγάλο το χαλί...είναι κοντή η κουρτίνα...)
Δεν είναι που θα κουραστώ να βάψω, να καθαρίσω να τακτοποιήσω...
Είναι που θ΄ άλλάξω γειτονιά...
Είναι που πιάνω τον εαυτό μου να βγάζει αυτό το 'αχ',  που μου θυμίζει τη μαμά μου...
Θ΄αλλάξω σπίτι, wish me luck!

                                                                                                                                          Aννιώ