Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

To νησί μου


 Αμέσως μετά το γυρισμό απ΄το νησί κι ενώ άδειαζα  τις βαλίτσες, έψαχνα για λέξεις...

Ξεχώριζα τα λευκά από τα χρωματιστά, μπούκωνα το πλυντήριο, μα οι λέξεις πουθενά...

Φόρτωνα τα σκοινιά με τα φρεσκοπλυμένα, έμπηγα τα μανταλάκια, που όλο δεν

μου΄φταναν κι οι λέξεις φαινόντουσαν λίγες...

Κι ήθελα τόσο  πολύ, να φτιάξω καινούριες...

Φρέσκιες, λαμπερές λέξεις, για να σου περιγράψω το νησί μου.









Οι μέρες περνούσαν, τα ρούχα σιδερώθηκαν και διπλωμένα σαν καλά στρατιωτάκια

βρήκαν τις θέσεις τους.

Οι βαλίτσες αποτίναξαν την άμμο, μπανιαρίστηκαν,  και με μια διακριτική μυρωδιά

αντηλιακού, πήραν το δρόμο - με κατεβασμένα μούτρα- για την  αποθήκη.

Οι λέξεις, δεν είχαν φανεί.

΄Ολες όσες μ΄ επισκέπτονταν,  ήταν φτωχές, λειψές, λίγες...


















Κι ύστερα σκέφτηκα, πως όποιες λέξεις κι αν διαλέξω, δεν θα μπορέσω να σου

περιγράψω την ομορφιά του νησιού..

Δεν θα καταφέρω να σου διηγηθώ, το νησί που κουβαλάω μέσα μου.

Δεν φτάνουν οι λέξεις.

Κι αποφάσισα να σου το δείξω μέσα από τις φωτογραφίες μου.

Χωρίς photoshop, φραμπαλάδες και κοσμητικά.

Αφτιασίδωτο.

Γυμνό.

Εξάλλου, εκεί κρύβεται όλη  η ομορφιά του.






















Τα πρωινά είναι λουσμένο από φως.

΄Απλετο, καθάριο φως που παιχνιδίζει με όλα τα γαλάζια του...

Τα δειλινά, ο Πλάστης έχει ξοδέψει όλα τα καραμελένια του και γύρω σου η γλύκα

περισσεύει...

Τα βράδια οι ουρανοί του είναι μαύροι.

Θεοσκότεινοι.

Μα, τ΄ αστέρια είναι μια παλάμη παραπέρα..

Τεντώνεις τα χέρια και λες..τώρα, θα τ΄ αγγίξω!

Κι αν στη σιγαλιά της νύχτας αφουγκραστείς...

...Κάπου εκεί πάνω, στο μαύρο τ΄ουρανού, δίπλα απ΄τα λαμπιόνια του Θεού,

θαρρείς  πως βλέπεις αγγέλους να τρωγοπίνουν....



Το νησί μου έχει μπόλικο ασβέστη... ΄Εχει βασιλικούς που μετρούν το μπόι τους...

΄Εχει, ηλιοκαμένες ξερολιθιές, αχνισμένα ξωκλήσια, ζουμερές φραγκοσυκιές,

μελωδικά βιολιά, ασημένιους ελαιώνες, ξανθές αμμουδιές, διψασμένα αρμυρίκια,

ξεφλουδισμένους ευκάλυπτους, γαλάζιες σπηλιές, πολύχρωμα βότσαλα,

δροσερά ξυλάγγουρα, νόστιμες λαδένιες, μυρωδάτα σύκα, ασημόλευκα βράχια,

υγρά πηγάδια, πειρατικούς θρύλους,  κουρασμένα γαιδουράκια...


΄Εχει ανταμώματα, αγκαλιές...

΄Εχει καλημέρες στολισμένες μ΄ ευχές από άγνωστα  πρόσωπα...

Αυτό είναι το νησί μου!
























































Μα ότι κι αν σου δείξω, όσα κι αν σου πω, δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις -εκτός κι αν

βαστάει η σκούφια σου από εκεί-,  πως ένιωσα όταν πάτησα το πόδι μου στην Ψάθη,

 το λιμάνι του νησιού.

Με δάκρυ έφτασα...

Με δάκρυ έφυγα...


                                                                 

                                                                                 Σ΄ έχω πάντα στο μυαλό μου...

                                                                                             "Αννιώ"